Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Πανάρχαια πετράδια, φύκια ~ λουλούδια των υδάτινων βράχων,
     Ασίνην τε...
κι η νυχτερίδα της μνήμης σου να θυμίζει τα δώρα
που σου χαρίστηκαν απ' την αδαία κόρη
Γυμνό τοπίο κι η έναστρη φωνή σου βυθίζεται στα μύχια
Λιγνό κορίτσι με χέρια από κυκλάμινα κι ανεμώνες,
σε συναντώ πάμφωτη και άχραντοι μύθοι σπάνε τις πύλες
των σιωπηλών ανακτόρων τους τότε, μαρτυρώντας μιαν άλλη
αλήθεια
     Ασίνην τε...
Λιγνό κορίτσι στο γυμνό τοπίο που σου δόθηκε πατρίδα,
πράξε τα έργα της αγάπης τα έργα της θάλασσας
                                                            
                                                     Με αγάπη   Μαρία

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

απαραλαχτα
καθως κορμι γυναικας σχιζεται να γεννησει
σφαδαζουν τα σωθικα μου
να διαβω τους αντρες που αγγαλιαστηκα
ονειρα που καθαρουν τις ενοχες μου
τα σφαλματα που με σημαδεψαν
καταιγιδες που με στριφογυρισαν
τις επιληψιες που με αναστησαν 
τους δρομους που με πηρανε
τις ιδεολογιες που με βιασανε
τις πολιτειες που με πληγωσαν
τις ισορροπιες που με παραβιασανε
τα χερια που με χαραξαν σ' επιπεδη επιφανεια
τ' ανθρωπινα που με σταυρωσανε
τ' ανθρωπινα που με ταπεινωσαν
τ' ανθρωπινα που με προδωσανε
ορθος! διχως αναπαμο ανασας
ειμαι κει στην πλωρη του καραβιου μου
περα μακρυα αγναντευοντας το πελαγος
κι ειναι γαλαζιο ο,τι το ματι μου εξασκημενο διακρινει...

__________________________________________
Αποσπασμα απο το ποιημα ΕΚΤΡΩΣΗ α', 1982

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Σιγά, η Παιδεία ιερουργεί

Ερωτήσεις κρίσεως, που λένε και οι ιερουργοί του ΥΠΕΠΘ:
   Το ωραιότερο ποίημα του κόσμου θα γραφτεί ποτέ;
   Θα δοθεί κάποτε στο ανθρώπινο πλάσμα το ασημένιο νόημα της ιστορίας του;
   Καθώς τριγυρίζουμε, γυρεύοντας εναγωνίως υλικό και ήχο, στο δάσος με τα κυκλάμινα και τις λέξεις, μοιάζουμε λυπημένοι. Μοιάζουμε τόσο άϋλοι όσο και τα όνειρά μας.
   Μοιάζουμε μοιραίοι. Τραγικοί τύποι. Μεταιχμιακοί. Μεταξύ ουρανού και γης, θεωρίας και πράξης. Με ξαφνικούς έρωτες και αναπάντεχες σιωπές. Άλλοτε αγαπώντας κάποιο απόσπασμα, λατρεύοντας γενναία, είναι αλήθεια, ψεύδη, κι άλλοτε φαντασιούμενοι εφ' όλης της ύλης.
   Αλλά πάντα μας κυνηγά η διδακτέα, γι' αυτό και μια ζωή πάμε παρακάτω, βιαστικοί και αφηρημένοι.
   Ο χρόνος θαρρείς μας πληγώνει, κι επιθυμούμε να βγούμε έξω απ' το χρόνο. "Αν ο μεταξοσκώληκας έπλεκε για να διατηρηθεί στη ζωή σαν κάμπια, θα ήταν τότε ένας ολοκληρωμένος μισθωτός εργάτης". Κάρολος Μαρξ
   Στους καιρούς που προηγήθηκαν, περιφρουρήσαμε με σθένος και ήθος ενεργό τη μαθησιακή περιπέτεια μέσα στις τάξεις μας. Στα αμφιθέατρα στους δρόμους και τις πλατείες. Στη φωτιά που είναι η σχέση δασκάλου, μαθητή πυρακτώθηκαν τα πιο τρελά όνειρά μας. Άρωμα συνύπαρξης τύλιξε τις παρέες μας.
   Αλλά τα όνειρα δεν μας πήραν. Εξ άλλου αυτά, δεν έχουν ηλικία. Κι η σημασία δεν συμπληρώθηκε.
   Γιατί δεν είναι σίγουρο ότι ακολουθήσαμε κατά λέξη τις συμβουλές των δασκάλων μας. Πως είπαμε σκοπό της ζωής μας την περιπέτεια. Μπορεί να είδαμε την περιπέτεια σαν ένα παιχνίδι για μεγάλα ευαίσθητα παιδιά. 
   Μπορεί να την είδαμε συναινετικά, σαν κάτι εν-διά-μεσο, σ' ένα ταξίδι αυστηρώς προσωπικό, κατά τα άλλα.
   Αλλά η εργασία είναι ο πραγματικός ανθρώπινος τρόπος ύπαρξης. Είναι γενέθλια η γη της. Στη γη αυτή θα καρπίσει ο σπόρος της συνείδησης του ανθρώπινου πλάσματος.
   Έτσι, αν ο κόσμος που μας περιβάλλει και μας συνιστά, αρθρώνεται ταξικά, αυτό δεν γίνεται ερήμην μας.
   Και πάντως, εντός αυτού του κόσμου λειτουργούν οι αντιφάσεις και δραματουργούν τα μεταίχμια. Και κανένας Θεός, και κανένας ημίθεος ή ρομαντικός ριζοσπάστης δεν εξαφάνισε τα μεταίχμια, ούτε κατάργησε τις αντιφάσεις.
   Αυτές αναγνωρίζονται απ' τη φοβερή και τρομερή κόψη τους. Ψηλαφούνται στις ρωγμές των προσώπων. Ερμηνεύονται για να αρθούν.
   Εκπαίδευση 2000. Ορίζοντες ανοικτοί έως ορθάνοιχτοι... Σιγά, η πατρίδα ιερουργεί!
   Κι οι δάσκαλοι εμείς, που γεμίσαμε ρωγμές εξαιτίας ενός έρωτα, ψιθυρίζουμε· τα παιδιά μας. Τα εαρινά τα γλυκύτατα... Τα ανορθόγραφα παιδιά μας.
   Καραδοκεί ένας κίνδυνος. Εντεινόμενο και βαθαίνοντας εξαιρετικά ένα πράγμα μπορεί και να εξαπατήσει την οξυδέρκεια. Δεν έχουμε το μάτι του αετού. Χρειάζεται περιπάθεια. Διότι βαθαίνοντας το πράγμα ορίζει σαφώς και τα όριά του.
   Εκεί στο βυθό, σημαίνεται η αναγκαιότητα εκτίναξης και απόσυρσής του.
   Ή διαιώνισης: Κατολισθήσεις βελτιώσεων, που λένε και κάποιοι ήσσονες...
   Εδώ το λόγο έχει η Ιστορία. Το μέτρο θα το δώσει ο Πόλεμος.
   Η καλά φυλασσόμενη συναρμογή.
   Ωραίοι νεκροί μας κοιτάζουν από τα κάδρα τους χαμογελώντας με νόημα.
   Τα ανορθόγραφα παιδιά μας... Τα παραβατικά... Που θα πληρώνουν με θάνατο τα λάθη τους. Το δικαίωμα τους στα παιχνίδια και τα λάθη.
   Δικαίωμα που υποστηρίχθηκε χιλιάδες χρόνια πριν, που περιφρουρήθηκε από άστεα κραταιά. Και τραγουδήθηκε από κορίτσια. Σεμνά, της Ευμένειας, της Επιείκειας, της Συγγνώμης.
   Και θα ανασταίνονται τα παιδιά μας μετά θάνατον, ως κλώνοι του εαυτού τους.
   Αφού πρώτα, και δια βίου, θα έχουν καθηλωθεί στο βράχο της επιμόρφωσης.
   Στον ιστό της πληροφορίας. Σε μια μεφιστοφέλεια νεότητα.
   Πέτρες χαραγμένες πανάρχαιες, και κοχύλια της θάλασσας άφθαρτα, μαρτυρούν στις σπηλιές του Homo Sapiens, στις αμμουδιές, την αγωνία. Του ανθρώπου να πλάσει τον εαυτό του και να προεκταθεί. Να μετατρέψει το άχθος σε μόχθο και να κάνει το μόχθο υλικό με σχήμα και σημασία. Να διηγηθεί δραματικά τον κόσμο.
   Όχι μορφάζοντας χειρονομώντας θορυβώντας ή σκούζοντας.
   Αλλά υπακούοντας στον ενύπαρκτο στα πράγματα ρυθμό και συντελώντας στο Λόγο.
   Και κανένας θεός και κανένας ημίθεος ούτε διανοήθηκε ούτε φαντάστηκε ποτέ την ανατροπή της περιπέτειας που είναι η μόρφωση του ανθρώπινου πλάσματος.
   "Τώρα μιλάνε μόνο περί σώματος σαν χηρευάμενες κυρα-Πανδώρες".
   Αδημονούν.
   Μιλάνε για δεξιότητες και επιτηδειότητες και ευκαμψίες.
   Απειλούνε πως θα αξιολογούν έως θανάτου την α-πορία των παιδιών μας.
   Υπόσχονται να ξυπνήσουν στα παιδιά του ανθρώπου τη μνήμη του αιλουροειδούς, που κάμπτεται και λυγίζει για να διαιωνίζει και να κατασπαράσσει.
   Ηδονικοί Ελπήνορες. Αγνοούν πως η καλλιέργεια των πέντε αισθήσεων στο ανθρώπινο είδος είναι έργο εκπάγλου διανοίας. Απειλούν χωρίς αιδώ την Ιστορία.
   Πολλαπλασιάζουν από καθέδρας, κι είναι σαν να μουρμουρίζουν γλυκόλογα σε πελάτες, ή σαν να βρυχόνται στον ύπνο τους οι Ερινύες.
   Περιφρονούν τη σοφία των Αριθμών. Τους Μεγάλους Ανατολικούς μας.
   Το σημείο δόνησης της θάλασσας, εκεί στην Ιωνία.
   Το επιχειρησιακό σχολείο λένε, μετρώντας τα φραγκοδίφραγκα μιας καριέρας ενδεούς.
   Αχ εσύ τρυφερέ γέροντα. Σε σπάραξαν, σε είπαν σκοτεινό.
   Ο δαίμων του κάθε ανθρώπου, και του παντός, είναι ο δομημένος χαρακτήρας του. Και η μοίρα του. Είπες.
   Ναι, το πιο ωραίο ποίημα του κόσμου δεν θα γραφτεί ποτέ.
   Έτσι θα θυμηθώ όσους με είδαν περνώντας το κέλυφος. Όσους με σκόπευσαν.
   Εσένα δηλαδή, εμάς.
   -Ανοίξαν τα αμφιθέατρα έλεγες, κι ήταν η φωνή σου ζήτημα φωτός.
   Τίποτα δεν έχει τελειώσει.
   Ήσουν όμορφος την άνοιξη που μας πέρασε. Κι ας ήταν χειμώνας, άνοιξη την είπαμε.
   Θυμάμαι μια ιστορία συμπάθειας. Πως ακούσαμε μαζί την επώαση ενός σκληρού μέλλοντος. Τριγμούς.
   Ένα κοχύλι κρύβω. Ένα σελιδοδείκτη. Θα τα πω αμύθητα. Υλικά προοπτικής. Είναι τα λάφυρα ενός αγώνα που δεν έχει συντριβή και θρίαμβο. Γιατί δεν έχει τέλος...


Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012


Στο Εντευκτήριο που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες: νέα ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά, της Άννυς Κουτροκόη, της Ντίνας Καραβίτη, της Μαρίας Ταταράκη, του Χρήστου Τσιάμη, του Κώστα Νησιώτη, της Βικτωρίας Καπλάνη, του (Κύπριου) Κυριάκου Ευθυμίου· πεζά του Γιάννη Τσίρμπα, του Δημήτρη Μίγγα, του Γιάννη Παλαβού, της Μαρλένας Πολιτοπούλου, του Δημήτρη Τανούδη, του Κυριάκου Γιαλένιου· δοκίμιο της Κικής Δημουλά για ένα πεζογραφικό βιβλίο του ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση, άρθρο του Πάνου Θεοδωρίδη για τα διαχρονικά αίτια της ελληνικής κρίσης. 

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Σημείωμα για το ποιητικό έργο της Μαρίας Ταταράκη


«Ποιος αναλαμβάνει να χρεωθεί στον ρόλο του το δέος, αυτό είναι το ζήτημα. Από μιαν άποψη, Κανείς. Σαν κι εκείνα τα μακρυνά από το Γαλαξία μας ρεμβαστικά άστρα, που βρέθηκε πως δε μας φτάνει το φως τους παρά μόνο όταν έχουν κιόλας σβήσει. Λαμπαδιάζουνε καμιά φορά τον κόσμο πεθαμένα.»   
                                                                                                        Μάριος Μαρκίδης



Ολόκληρη η προβληματική της Μαρίας Ταταράκη μπορεί να τοποθετηθεί πάνω σε ένα μεταίχμιο˙  η ίδια το ονόμασε  « Κόψη της Ουτοπίας ».

Θα μπορούσε να πει κανείς, τηρουμένων των αναλογιών, ότι κατά τον τρόπο που ένας Οδυσσέας Ελύτης εμπνεύστηκε από την διαφάνεια και τον ελληνικό ήλιο, η Μαρία Ταταράκη άντλησε τις εικόνες και τους μύθους της ποίησής της από την Σχέση˙ τον αόρατο ήλιο που γίνεται αισθητός όταν δυο ή περισσότεροι άνθρωποι συνεργούν. Σε καιρούς όπου η ίδια η έννοια του ανθρώπου χρειάζεται επαναπροσδιορισμό, η Σχέση δεν αποτελεί δοθέν στοιχείο της πραγματικότητας, αλλά συνεχές διακύβευμα.

Μικρό είναι το άνοιγμα που αφήνουν οι φειδωλές εκφραστικές απόπειρες της Μαρίας Ταταράκη˙ το ευεργετικό τους αποτέλεσμα όμως, μεγάλο. Και θα 'ταν να λυπάται κανείς που ένα εύρος δυνατοτήτων τόσο απέραντο για την έκφραση έμεινε ανεκμετάλλευτο, αν - όπως χαρακτηριστικά έχει πει ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Ρωμανό τον Μελωδό - οι φωτεινές εκλάμψεις δεν έμοιαζαν αρκετές για να συμψηφίσουνε την απώλεια.

Δεν θα συναντήσει κανείς στο έργο της Μαρίας Ταταράκη ποιήματά αναπτυγμένα με σκοπό την εκπλήρωση της αποστολής τους μόνον με το σύνολό τους, και όχι και με τα καθ' έκαστον μέρη τους. Η επίπεδη αυτή έκφραση μένει έξω από την ιδιοσυγκρασία και το ιδίωμά της.

Ο λόγος της έχει μια πρισματική μορφή. Τα ποιήματά της επενεργούν στον αναγνώστη όπως οι υμνογραφίες του Ρωμανού του Μελωδού, δηλαδή, για να δανειστώ πάλι τα λόγια του Ελύτη:

« Όχι μόνο με το σύνολό τους αλλά και τμηματικά, κομματιαστά, χάρη σ' αυτές τις προεξοχές, σ' αυτούς τους κρυστάλλους όπου αποκορυφώνεται η οξύτητα του πνεύματος. Πρόκειται για ρήσεις όπου τα μέταλλα της γλώσσας και των εικονιστικών στοιχείων συγχωνεύονται και όπου η διατύπωση μιας αλήθειας είναι και η διέγερση ενός κόσμου αφομοιώσιμου από την προσληπτικότητα της φαντασίας μας.»

Η ποίηση της Μαρίας Ταταράκη είναι ένα καλειδοσκόπιο. Βρίθει από σημειολογικά στοιχεία και αντανακλάσεις των στίχων της Σαπφώς, του Γιώργου Σεφέρη, του Οδυσσέα Ελύτη, του Μιχάλη Κατσαρού, του Μάριου Μαρκίδη, κ.α. Κλεισίματα του ματιού σε στιχουργούς, όπως η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ο Μανώλης Ρασούλης. Ακόμα και αναφορές στα στενά φιλικά της πρόσωπα, ο γραπτός λόγος των οποίων την ενέπνεε και την συντρόφευε. Συνολικά, πρόκειται για μια ποίηση βαθιά προσωπική, αλλά ταυτόχρονα ευρισκόμενη σε συνεχή διάλογο με τους ανά τους αιώνες μετέχοντες της ελληνικής παιδείας.

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι το λογοτεχνικό έργο της Ταταράκη λειτουργεί παράλληλα και ως μια συγκριτική φιλολογική σύνθεση (το αντίθετο από αυτό που αποκαλείται συνήθως 'φιλολογική ανάλυση'). Στα κείμενά της συναντούμε εξίσου την ποιήτρια όσο και την φιλόλογο˙ ενώ δηλαδή το κάθε κείμενο έχει την αυτοτελή λογοτεχνική του αξία, διαθέτει και ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης υπό το πρίσμα των πηγών στις οποίες αναφέρεται. Το μεγαλύτερο κομμάτι του έργου της Ταταράκη έχει την διττή αυτή υπόσταση και συχνά μόνο αν ερμηνευθεί συναρτήσει των πηγών του αποκαλύπτεται το ολοκληρωμένο του νόημα.

Η Ταταράκη είναι τόσο ποιήτρια του μύθου, όσο και των λέξεων. Άντλησε και αυτή από την μεγάλη παράδοση των Προσωκρατικών. Είναι μια ποιήτρια η οποία βρέθηκε πολύ κοντά στον Εμπεδοκλή, στον Παρμενίδη και στον Ηράκλειτο. Ποιητές φιλοσόφους, φιλοσόφους της γλώσσας, οι οποίοι - κατά τον Κώστα Γεωργουσόπουλο - είδαν την τραγωδία μέσα στη λέξη, δηλαδή το νόημα μέσα στην προσπάθεια του ανθρώπου να κάνει γλώσσα τον κόσμο.

Η τραγωδία της Ταταράκη βρίσκεται μέσα στη γλωσσική της σύγκρουση με μια παράδοση που ξεκινάει από τον Όμηρο και φτάνει έως την σπαραχτική κραυγή των Αγίων των Εξαρχείων.

Είναι μια παραμυθού, αλλά μέσα από το παραμύθι της βγαίνει αυτή η ελληνική πίκρα για τη μοίρα αυτού του τόπου - μα και η ειδολογική πίκρα για τη μοίρα του ανθρώπινου πλάσματος. Πάνω απ' όλα, είναι μια ποιήτρια γένους θηλυκού. Ως γυναίκα γράφει, ιχνογραφώντας αποενοχοποιημένα μια θηλυκή διάσταση της φύσης και της ψυχής, που αποφεύγεται συχνά από τους ομότεχνούς της. Πρέπει να τονιστεί επίσης, ότι η ποίηση της Ταταράκη, δεν είναι γραμμένη από τα 'ρετιρέ' αλλά ούτε και από τα 'υπόγεια'. Είναι μια ποίηση γραμμένη από το ύψος των ματιών. Εκεί όπου θα 'πρεπε να σταθεί κανείς για να αντικρίσει πραγματικά τον συνάνθρωπό του.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Κατά βάθος ήμουν Έρωτας ενός ή Ελικωνιάδες

Φθόγγοι του αιθέρος, τέκνα της νύχτας
και του ερέβους προηγήθηκαν, πριν
απ’ το πρώτο σ’ αγαπώ
Σκοτεινής καταγωγής εσύ αγόρι
 
~ ενανθρωπίσθης! ~
 
Ω! Πρώτη του βίου μου Ποίηση,
ενδεδυμένη εσένα κατάσαρκα,
τις εσχατιές εμύρανα.
Στα βράχια, οι Σειρήνες αναγνωρίζουν
στιλπνή τη σιωπή τους
Μας αθωώνουν.
Πάρε και γεύσου τους πορφυρούς καρπούς
στα πέντε σημεία του δέντρου μου.
Υποσχέσου μου έκσταση...
Κι ας είναι σούρουπο, κι ας είναι γέρμα,
βγάζει φτερά όποιος μετακυλίσει την
Μεγάλη Πέτρα της Μοίρας.
 
~ Πάρε με ~ λύρα σου ~
Που κόσμησε, ο πόθος ο διαυγής,
με θάμβη την Αγρύπνια μου.

_________________________________
Γράφτηκε στις 24.7.2008